Βρήκα τη δουλειά από μικρή αγγελία:
<<Ζητείται φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής για συνεργασία με αρχιτεκτονικό γραφείο. Αποστείλατε βιογραφικό σημείωμα και φωτογραφία. Τ.Θ. 666, Αθήναι>>.
Μου 'κανε εντύπωση που ζητούσαν φοιτήτρια για συνεργασία με αρχιτεκτονικό γραφείο, αλλά βιάστηκα να στείλω το βιογραφικό μου. Χρειαζόμουν τη δουλειά, μη θέλοντας να επιβαρύνω τους γονείς μου που είχαν ένα μικρό ξενοδοχείο στο νησί και άλλες τέσσερις μικρότερες αδερφές να συντηρήσουν.
<<Θεοδώρα Χριστούλη. Γεννηθείσα εν Σαμοθράκη 25-12-1980. Δευτεροετής σπουδάστρια Αρχιτεκτονικής Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Υπότροφος Πρώτου Έτους. Όχι προϋπηρεσία.>>
Διάλεξα μια καλοκαιρινή μου φωτογραφία. Δεν ήμουν και άσχημη με το γαλάζιο φορεματάκι - εκείνο με τα ροζ κεντημένα τριαντάφυλλα στο μπούστο και το κοντό μανίκι φουσκίτσα. Φορούσα τα στρογγυλά, συρμάτινα γυαλάκια Τζάνις Τζόπλιν και τα μάτια μου έμοιαζαν καφέ, ας ήταν πράσινα. Είχα τα κόκκινα μαλλιά μου πιασμένα κότσο κι έμοιαζα δεκαπέντε χρονών. Ινδιάνικα κρεμαστά σκουλαρίκια με φτερά.
Σταύρωσα λίγο τα δάχτυλα, όπως μου 'χε μάθει η μητέρα μου, ρίχνοντας το γράμμα στο ταχυδρομικό κουτί, με την ευχή να πάρω τη δουλειά.
Δεν το πολυπίστευα πάντως, και το 'χα σχεδόν ξεχάσει ύστερα από κάνα δυο μέρες.
Ένα βράδυ που γύρισα κουρασμένη από το Πολυτεχνείο, η Εύα, συγκάτοικος και κολλητή μου φίλη - τριτοετής της Θεολογικής, από την Πάτρα - με περίμενε με χαμόγελα και τραγουδιστά λόγια.
<<Μάντεψε ποιος σου τηλεφώνησε, Δωρούλα...>> μου είπε.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι, γύρω στις δώδεκα, χτυπούσα το κουδούνι του αρχιτεκτονικού γραφείου, σε μια πάροδο της Σόλωνος, κάπου στα Εξάρχεια.
Το κτίριο ήταν του '30, τετραώροφο. Γωνιακό, με στρογγυλεμένα μπαλκόνια. Η κεντρική του είσοδος, μια βαριά, σιδερένια, δίφυλλη πόρτα, με τζάμι.
<<Κρακκκ!>> μου άνοιξαν.
Μπήκα στην υποβλητική αίθουσα υποδοχής, με δύο διαμερίσματα εκατέρωθεν του διαδρόμου και το στρογγυλό θυρωρείο - άδειο από θυρωρό - απέναντι. Πεντελικό μάρμαρο με μαιάνδρους στα περιγράμματα. Το ασανσέρ είχε ξύλινη πόρτα με δικτυωτό παράθυρο και άνοιγε μ' ένα κλειδί κρεμασμένο από μια αλυσίδα. Η καμπίνα του στενή, δύο ατόμων. Έκλεισα την πόρτα και μετά την εσωτερική δίφυλλη. Η έξοδος, στην πλαϊνή πλευρά της καμπίνας, ήταν μια όμοια δίφυλλη πόρτα.
Ο Κύριος Αρχέλαος Κένταυρος με περίμενε χαμογελαστός στην πόρτα του διαμερίσματος-γραφείου, μαζί με δύο δίδυμες, μελαχρινές, εντυπωσιακά όμορφες γυναίκες.
Ήταν πανύψηλος, με πλούσια, ίσια, κάτασπρα μαλλιά ως τους ώμους, που τα χτένιζε κολλημένα προς τα πίσω. Λευκό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο, κόκκινη, χαλαρή γραβάτα.
Ανατρίχιασα παρατηρώντας τον πειρατικό επίδεσμο που σκέπαζε το αριστερό του μάτι.
Μονόφθαλμος!
Ένιωσα άβολα από την πρώτη στιγμή.
Ήταν ευγενικός και γλυκομίλητος, αλλά με μια τρομερή ψύχρα στο μονοφονικό βλέμμα του.
Καθώς με κοίταζε με το μαύρο του μάτι, ένιωσα σαν να με ακτινογραφούσε μέχρι το μεδούλι, περνώντας πρώτα από κάθε χιλιοστό της σάρκας και της ψυχής μου.
Το μάτι του είχε μακριές βλεφαρίδες - δεν είχα ξαναδεί ποτέ μακρύτερες.
Κάπνιζε ασταμάτητα Τζων Πλέυερς Σπέσιαλ από μαύρη κασετίνα.
Ο χώρος μύριζε μια περίεργη μυρωδιά.
Φορμόλη;
Παρ' όλα αυτά, με κέρασε καταπληκτικό τσάι-φράουλα και βουτήματα πικραμυγδάλου, που σέρβιραν οι δίδυμες γυναίκες με παγωμένο χαμόγελο. Το γραφείο ήταν ένα μεγάλο ψηλοτάβανο διαμέρισμα, με τα ταβάνια περίτεχνα διακοσμημένα με γύψινους μαιάνδρους. Το μελί, δρύινο πάτωμα - κατασκευασμένο με μια τεχνική που δεν είχα ξαναδεί - σχημάτιζε ανά τακτά διαστήματα σταυρούς.
Ήταν εξοπλισμένο με έξι σχεδιαστήρια, καθένα διαφορετικής ηλικίας και στυλ από το άλλο.
Ο χώρος, εκτός από φορμόλη, μύριζε πού και πού και κάτι άλλο, βαρύ, απροσδιόριστα ζωώδες...
Τράγος;
Ο κύριος Κένταυρος μου εξήγησε ότι ήθελε να προσλάβει για τις βοηθητικές εργασίες του γραφείου του μια φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής, εξοικειωμένη με το αντικείμενο.
Μου σύστησε τις δίδυμες συνεργάτιδές του, την Ισμίνα και την Αυγουστία, επίσης αρχιτεκτόνισσες, και μου πρόσφερε πολύ ικανοποιητικό μισθό.
Δέχτηκα.
Η σιδερένια πόρτα του κτιρίου έκλεισε πίσω μου με έναν υπόκωφο, μεταλλικό ήχο, που σύρθηκε στο μάρμαρο... σρρρ... μπρραμ!...
Ανατρίχιασα.
...Ας μην τον είχα ποτέ μου γνωρίσει, Θεέ μου! Ας είχε ανοίξει η γη να τον καταπιεί μαζί με το κτίριό του πριν τον γνωρίσω...
<<Ζητείται φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής για συνεργασία με αρχιτεκτονικό γραφείο. Αποστείλατε βιογραφικό σημείωμα και φωτογραφία. Τ.Θ. 666, Αθήναι>>.
Μου 'κανε εντύπωση που ζητούσαν φοιτήτρια για συνεργασία με αρχιτεκτονικό γραφείο, αλλά βιάστηκα να στείλω το βιογραφικό μου. Χρειαζόμουν τη δουλειά, μη θέλοντας να επιβαρύνω τους γονείς μου που είχαν ένα μικρό ξενοδοχείο στο νησί και άλλες τέσσερις μικρότερες αδερφές να συντηρήσουν.
<<Θεοδώρα Χριστούλη. Γεννηθείσα εν Σαμοθράκη 25-12-1980. Δευτεροετής σπουδάστρια Αρχιτεκτονικής Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Υπότροφος Πρώτου Έτους. Όχι προϋπηρεσία.>>
Διάλεξα μια καλοκαιρινή μου φωτογραφία. Δεν ήμουν και άσχημη με το γαλάζιο φορεματάκι - εκείνο με τα ροζ κεντημένα τριαντάφυλλα στο μπούστο και το κοντό μανίκι φουσκίτσα. Φορούσα τα στρογγυλά, συρμάτινα γυαλάκια Τζάνις Τζόπλιν και τα μάτια μου έμοιαζαν καφέ, ας ήταν πράσινα. Είχα τα κόκκινα μαλλιά μου πιασμένα κότσο κι έμοιαζα δεκαπέντε χρονών. Ινδιάνικα κρεμαστά σκουλαρίκια με φτερά.
Σταύρωσα λίγο τα δάχτυλα, όπως μου 'χε μάθει η μητέρα μου, ρίχνοντας το γράμμα στο ταχυδρομικό κουτί, με την ευχή να πάρω τη δουλειά.
Δεν το πολυπίστευα πάντως, και το 'χα σχεδόν ξεχάσει ύστερα από κάνα δυο μέρες.
Ένα βράδυ που γύρισα κουρασμένη από το Πολυτεχνείο, η Εύα, συγκάτοικος και κολλητή μου φίλη - τριτοετής της Θεολογικής, από την Πάτρα - με περίμενε με χαμόγελα και τραγουδιστά λόγια.
<<Μάντεψε ποιος σου τηλεφώνησε, Δωρούλα...>> μου είπε.
Την άλλη μέρα το μεσημέρι, γύρω στις δώδεκα, χτυπούσα το κουδούνι του αρχιτεκτονικού γραφείου, σε μια πάροδο της Σόλωνος, κάπου στα Εξάρχεια.
Το κτίριο ήταν του '30, τετραώροφο. Γωνιακό, με στρογγυλεμένα μπαλκόνια. Η κεντρική του είσοδος, μια βαριά, σιδερένια, δίφυλλη πόρτα, με τζάμι.
<<Κρακκκ!>> μου άνοιξαν.
Μπήκα στην υποβλητική αίθουσα υποδοχής, με δύο διαμερίσματα εκατέρωθεν του διαδρόμου και το στρογγυλό θυρωρείο - άδειο από θυρωρό - απέναντι. Πεντελικό μάρμαρο με μαιάνδρους στα περιγράμματα. Το ασανσέρ είχε ξύλινη πόρτα με δικτυωτό παράθυρο και άνοιγε μ' ένα κλειδί κρεμασμένο από μια αλυσίδα. Η καμπίνα του στενή, δύο ατόμων. Έκλεισα την πόρτα και μετά την εσωτερική δίφυλλη. Η έξοδος, στην πλαϊνή πλευρά της καμπίνας, ήταν μια όμοια δίφυλλη πόρτα.
Ο Κύριος Αρχέλαος Κένταυρος με περίμενε χαμογελαστός στην πόρτα του διαμερίσματος-γραφείου, μαζί με δύο δίδυμες, μελαχρινές, εντυπωσιακά όμορφες γυναίκες.
Ήταν πανύψηλος, με πλούσια, ίσια, κάτασπρα μαλλιά ως τους ώμους, που τα χτένιζε κολλημένα προς τα πίσω. Λευκό πουκάμισο, μαύρο γιλέκο, κόκκινη, χαλαρή γραβάτα.
Ανατρίχιασα παρατηρώντας τον πειρατικό επίδεσμο που σκέπαζε το αριστερό του μάτι.
Μονόφθαλμος!
Ένιωσα άβολα από την πρώτη στιγμή.
Ήταν ευγενικός και γλυκομίλητος, αλλά με μια τρομερή ψύχρα στο μονοφονικό βλέμμα του.
Καθώς με κοίταζε με το μαύρο του μάτι, ένιωσα σαν να με ακτινογραφούσε μέχρι το μεδούλι, περνώντας πρώτα από κάθε χιλιοστό της σάρκας και της ψυχής μου.
Το μάτι του είχε μακριές βλεφαρίδες - δεν είχα ξαναδεί ποτέ μακρύτερες.
Κάπνιζε ασταμάτητα Τζων Πλέυερς Σπέσιαλ από μαύρη κασετίνα.
Ο χώρος μύριζε μια περίεργη μυρωδιά.
Φορμόλη;
Παρ' όλα αυτά, με κέρασε καταπληκτικό τσάι-φράουλα και βουτήματα πικραμυγδάλου, που σέρβιραν οι δίδυμες γυναίκες με παγωμένο χαμόγελο. Το γραφείο ήταν ένα μεγάλο ψηλοτάβανο διαμέρισμα, με τα ταβάνια περίτεχνα διακοσμημένα με γύψινους μαιάνδρους. Το μελί, δρύινο πάτωμα - κατασκευασμένο με μια τεχνική που δεν είχα ξαναδεί - σχημάτιζε ανά τακτά διαστήματα σταυρούς.
Ήταν εξοπλισμένο με έξι σχεδιαστήρια, καθένα διαφορετικής ηλικίας και στυλ από το άλλο.
Ο χώρος, εκτός από φορμόλη, μύριζε πού και πού και κάτι άλλο, βαρύ, απροσδιόριστα ζωώδες...
Τράγος;
Ο κύριος Κένταυρος μου εξήγησε ότι ήθελε να προσλάβει για τις βοηθητικές εργασίες του γραφείου του μια φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής, εξοικειωμένη με το αντικείμενο.
Μου σύστησε τις δίδυμες συνεργάτιδές του, την Ισμίνα και την Αυγουστία, επίσης αρχιτεκτόνισσες, και μου πρόσφερε πολύ ικανοποιητικό μισθό.
Δέχτηκα.
Η σιδερένια πόρτα του κτιρίου έκλεισε πίσω μου με έναν υπόκωφο, μεταλλικό ήχο, που σύρθηκε στο μάρμαρο... σρρρ... μπρραμ!...
Ανατρίχιασα.
...Ας μην τον είχα ποτέ μου γνωρίσει, Θεέ μου! Ας είχε ανοίξει η γη να τον καταπιεί μαζί με το κτίριό του πριν τον γνωρίσω...
★
Ο Εβραίος θεός έκοβε βόλτες με το μάτι του πάνω από τα Εξάρχεια. Έπληττε κι έπλεκε.
Δίχτυα φτιαγμένα από ανθρώπινα νεύρα, γεμάτα πιασμένα ψάρια.
Ο θεός πλέκει όταν πλήττει.
Κοιτούσε τις όμορφες δεσποινίδες που βολτάριζαν, ζηλεύοντας τον Δία. Ο Δίας θα τις φλέρταρε κι όλας. Ο Εβραίος θεός όμως δεν φλερτάρει. Ούτε ερωτεύεται ποτέ.
Το μάτι του θεού, περιπλανώμενο, παραπλανάται πάνω από τα Εξάρχεια. Κι όπως ζαλίζεται και οι εικόνες του στριφογυρίζουν, πέφτει και κουρνιάζει στο καμπαναριό μιας εκκλησίας, απέναντι από ένα κτίριο του '30.
Σαν κεραυνός!
Ξαφνικά, ο Θεός εξαφανίστηκε.
Τον κατάπιε το αλεξικέραυνο;
Μήπως είναι γκάνγκστερ;
Ο θεός γκάνγκστερ;... Χα...
Χτυπάει και φεύγει, κολυμπώντας στη σκοτεινιά του ουρανού του.
Κάποιες φορές πλήττει και σιχαίνεται τον εαυτό του.
Και σε ένα διαμέρισμα του κτιρίου απέναντι απ' την εκκλησία, μια σκοτεινή, μονόφθαλμη φιγούρα αναρωτιέται μπροστά στον καθρέφτη:
<<Πού είσαι, θεέ, κρυμμένος και μου στέλνεις μηνύματα; Είναι σημάδια τα μηνύματά σου, ή να πιω κι άλλο ένα στην υγειά σου; Τι με κοιτάς με το θολό σου μάτι; Θέλεις κάτι; Είσαι θεός, θεέ, ή μήπως είσαι της γειτονιάς των Εξαρχείων ο τρελός, αυτός με το 'να μάτι; Μονόφθαλμος θεός ή οφθαλμαπάτη; Κι εγώ, τ μ' εγώ; μονόφθαλμος τράγος ή του υπογείου ο Μάγος; Με βάζεις να συνομωτώ κι εσύ σωπαίνεις! Όταν σου λέω "φτου! και βγαίνω", γιατί ποτέ δε βγαίνεις; Τα φυλάς ή τα φυλάω; Γιατί να σε φιλάω, αφού δε με φυλάς; Τι σε φυλάω, αφού δε με φιλάς;... Γελάς;...>>
Χα χα χα! Χι χι χι! Χα χα χα!...
Ο Κένταυρος, γλείφοντας το αίμα από το μαχαίρι, έξυσε το κεφάλι με το χέρι:
<<Πίσω στο θεό σου! Πίσω στο θεό σου σε στέλνω, συστημένη. Η ψυχή σου, άθαφτη, η ψυχή σου ΄θαφτη θα περιμένει, καημένη!>>
Όλοι λευκοντυμένοι με κωνικές κουκούλες μουρμουρίζουν λόγια κυνικά, λακωνικά, και γύρω γύρω όλοι γυρίζουν. Το μαχαίρι μιας παιδούλας την κοιλίτσα ξεγύμνωσε μπροστά σ' όλους αυτούς που μαυροντυμένα λόγια, χωρίς φωνήεντα, μουρμουρίζουν. Με τη ματωμένη της σάρκα σημαία, ανάμεσα στους κούφιους τοίχους του κτιρίου, σαν κατσαρίδες τριγυρίζουν και πάνε να τη θάψουν στα σύννεφα του υπογείου.
Σσσσσσσςςςςςς!...
Σσσσσσσςςςςςς!
Σώπασαν όλοι, εκτός από τον Διάβολο, που έβρεξε φορμόλη...
Ο τελευταίος χρησμός: <<Εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαί 'πεσέ Δαίδαλος αὐλᾷ· οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγάν λαλέουσαν· ἀπέσβετω και λάλον ὓδωρ...>>*
Ο Κένταυρος μπροστά σε έναν οβάλ ραγισμένο καθρέφτη, με έξι χρυσά φίδια σκαλισμένα - κουλουριασμένα γύρω από τη λαβή - και το δαιμονικό, μαύρο βλέμμα του κολυμπούσε μονόφθαλμα, κάνοντας ρικοσέ μέσα στον υδράργυρο.
Τα κατσαρά μαλλιά του Άιζακ ίσιωσαν προς στιγμήν, ενώ ένας φόβος που φούσκωσε στο στήθος του ξεχύθηκε ηχηρά, σαν ρέψιμο, μέσα στο μπαρ.
<<...μππρρρρ!...γκρρρ!...>>
Ο Κένταυρος τις κερνούσε καραμελίτσες Κουαλάντ.
Άνοιγαν τα γλυκά τους στοματάκια με τις κόκκινες βελούδινες πορτούλες, και το δόλωμα του ψαρά του Διαβόλου κατέβαινε βαθιά στο ροζ βυθό των νεανικών τους σπλάχνων, κρύβοντας καλά το αγκίστρι. Ύστερα, ανήμπορες να αντιδράσουν, τις έπαιρνε αγκαλιά - με τις κόρες των ματιών τους να στριφογυρίζουν σαν πολύχρωμα CD - οδηγώντας τες στη μούρη του Μπέντλεϋ λιμουζίνα, με τα καθίσματα από ανθρώπινο δέρμα, που χάιδευαν τους τρυφερούς, μουδιασμένους τους ποπούς.
Κι αργότερα, στου κτιρίου τα στοιχεία, στα υπόγεια, τις πετούσε στον καυστήρα, άψυχες κούκλες, πορσελάνινες, αφού πρώτα τους είχε αφαιρέσει τα εσωτερικά όργανα κι τους είχε αδειάσει όλο το αίμα, μαζεύοντάς το σε ποτήρια-τουλίπες της σαμπάνιας, τοποθετημένα πυραμιδικά το ένα πάνω από το άλλο, έτσι ώστε αυτό που γέμιζε ξεχείλιζε αίμα και τροφοδοτούσε το από κάτω ποτήρι, και τους είχε τραυματίσει όσο περισσότερο μπόρεσε τις αθώες, παιδικές ψυχούλες, πριν τις παραλάβει ο Θεός αιμορραγούσες.
Οι ψυχές ανήκουν στον Θεό.
Ο Διάβολος μόνο να τις τραυματίσει δύναται...
Σήμερα το βράδυ ο Κένταυρος γύρισε αγκαλιά με μια Εβραιοπούλα από την Ιερουσαλήμ ερχόμενη, τη μικρή Μαρία.
Μαρία, δεκαοχτώ, μαλλιά καρέ, χωρίστρα ζιγκ ζαγκ, μαύρο, ελαστικό φόρεμα, δικτυωτό καλσόν, σοσόνια, άσπρα Αντίντας με φωσφοριζέ, διπλούς πάτους, η Μαρία του μπαρ Το Τείχος των Δακρύων.
Τα σοσόνια λαχανί, γυρισμένα ρεβέρ.
Η Μαρία των μπαρ όλης της Οικουμένης.
Την άφησε ζαλισμένη στον καναπέ να κοιτάζει έξω από το παράθυρο την αλλοπαρμένη, νυχτερινή μουριά, που την έσπρωχνε το λυσσομανητό του ανέμου· κι αυτή, μια ξεκινούσε για να φύγει και μια σταματούσε απότομα, στριτζώνοντας τις ρίζες της.
Και πάλι από την αρχή...
Νόμισε πως κοιτώντας τη μουριά έβλεπε τη μητέρα της ν' αργοπεθαίνει άρρωστη στο κρεβάτι, με τον Χάρο στο ρόλο του αέρα και τις ρίζες να υποδύονται τα ξεφτισμένα δεσμά της με τη ζωή.
Ο ήχος της πάλης του αέρα με το δέντρο ήταν τα τελευταία της λόγια πριν ξεψυχήσει...
<<...κρατήσου μακριά απ' τα στοιχειά, κόρη μου...>>
Μακριά απ' τα μπαρ, Μαρία!
Ο Κένταυρος κατεβαίνοντας στο υπόγειο αντίκρισε τα αποκεφαλισμένα πτώματα των δίδυμων βοηθών του κι ακόμα βαθύτερα τις πολτοποιημένες κολοκύθες, με τις πορτοκαλί σάρκες και τα μακρόστενα σπόρια χυμένα στο πάτωμα.
Η Θεοδώρα, άφαντη.
Θα την πρόσφερε μαζί με τη μικρή Μαρία, διπλή σπονδή στον Διάβολο!
Κι όπως άρχισε να έρπει σαν στοιχειό μέσα στου κτιρίου τα στοιχεία, μύρισε στον πνιγηρό αέρα το ξεχασμένο άρωμα του Ολύμπου...
Έψαξε για τσίχλα - το στόμα του ξερό, σαν να 'ταν γεμάτο τρίχες τράγου. Του 'χαν τελειώσει κι οι τσίχλες.
<<...ἀπέσβετω και λάλον ὓδωρ...>>
Ο Κένταυρος λαβωμένος γονάτισε κι ο Θεός έβαλε στο χέρι του Ισαάκ ένα μακρύ κοντάρι από Αγία Φωτιά σφυρηλατημένο.
Του τρύπησε πέρα ως πέρα την καρδιά, σαν του Δράκουλα...
Τότε ο Κένταυρος άφρισε όλη του τη μαύρη ψυχή μαζί με το ανατριχιαστικό, εξωανθρώπινο ουρλιαχτό του, φτύνοντάς την ολόγυρα από το άτιμο στόμα του.
Η βρώμα που ανεδύθη ήραν αβάσταχτη, κι οι κατσαρίδες αηδιασμένες πέταξαν από την ανοιχτή θύρα προς τη σκοτεινή στοά και εξαφανίστηκαν για πάντα μέσα στο λαβύρινθο των κούφιων στοιχείων του κτιρίου.
*«Πείτε στον βασιλιά, ότι το μεγαλόπρεπο μέγαρο έπεσε στο έδαφος. Ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία,ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή ομιλούσα. Και το νερό που μιλούσε έχει στερέψει κι αυτό.»
Το μάτι του θεού, περιπλανώμενο, παραπλανάται πάνω από τα Εξάρχεια. Κι όπως ζαλίζεται και οι εικόνες του στριφογυρίζουν, πέφτει και κουρνιάζει στο καμπαναριό μιας εκκλησίας, απέναντι από ένα κτίριο του '30.
Σαν κεραυνός!
Ξαφνικά, ο Θεός εξαφανίστηκε.
Τον κατάπιε το αλεξικέραυνο;
Μήπως είναι γκάνγκστερ;
Ο θεός γκάνγκστερ;... Χα...
Χτυπάει και φεύγει, κολυμπώντας στη σκοτεινιά του ουρανού του.
Κάποιες φορές πλήττει και σιχαίνεται τον εαυτό του.
Και σε ένα διαμέρισμα του κτιρίου απέναντι απ' την εκκλησία, μια σκοτεινή, μονόφθαλμη φιγούρα αναρωτιέται μπροστά στον καθρέφτη:
<<Πού είσαι, θεέ, κρυμμένος και μου στέλνεις μηνύματα; Είναι σημάδια τα μηνύματά σου, ή να πιω κι άλλο ένα στην υγειά σου; Τι με κοιτάς με το θολό σου μάτι; Θέλεις κάτι; Είσαι θεός, θεέ, ή μήπως είσαι της γειτονιάς των Εξαρχείων ο τρελός, αυτός με το 'να μάτι; Μονόφθαλμος θεός ή οφθαλμαπάτη; Κι εγώ, τ μ' εγώ; μονόφθαλμος τράγος ή του υπογείου ο Μάγος; Με βάζεις να συνομωτώ κι εσύ σωπαίνεις! Όταν σου λέω "φτου! και βγαίνω", γιατί ποτέ δε βγαίνεις; Τα φυλάς ή τα φυλάω; Γιατί να σε φιλάω, αφού δε με φυλάς; Τι σε φυλάω, αφού δε με φιλάς;... Γελάς;...>>
Χα χα χα! Χι χι χι! Χα χα χα!...
Ο Κένταυρος, γλείφοντας το αίμα από το μαχαίρι, έξυσε το κεφάλι με το χέρι:
<<Πίσω στο θεό σου! Πίσω στο θεό σου σε στέλνω, συστημένη. Η ψυχή σου, άθαφτη, η ψυχή σου ΄θαφτη θα περιμένει, καημένη!>>
Όλοι λευκοντυμένοι με κωνικές κουκούλες μουρμουρίζουν λόγια κυνικά, λακωνικά, και γύρω γύρω όλοι γυρίζουν. Το μαχαίρι μιας παιδούλας την κοιλίτσα ξεγύμνωσε μπροστά σ' όλους αυτούς που μαυροντυμένα λόγια, χωρίς φωνήεντα, μουρμουρίζουν. Με τη ματωμένη της σάρκα σημαία, ανάμεσα στους κούφιους τοίχους του κτιρίου, σαν κατσαρίδες τριγυρίζουν και πάνε να τη θάψουν στα σύννεφα του υπογείου.
Σσσσσσσςςςςςς!...
Σσσσσσσςςςςςς!
Σώπασαν όλοι, εκτός από τον Διάβολο, που έβρεξε φορμόλη...
Ο τελευταίος χρησμός: <<Εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαί 'πεσέ Δαίδαλος αὐλᾷ· οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγάν λαλέουσαν· ἀπέσβετω και λάλον ὓδωρ...>>*
★
Ο Άγγελος είχε περάσει τη νύχτα στη ρίζα ενός βράχου, κοιτάζοντας τον ουρανό κάτω από τα πόδια του να εκτελεί την καθημερινή του ρουτίνα: ολονυχτίς στριφογυρνούσε σ' ένα αισθησιακό, αργό τανγκό, φορώντας το μαύρο βελουδένιο κοστούμι του κι η Σελήνη του αγκαλιά.
Κοιτούσε εκστατικός τ' αστέρια να γράφουν κι αυτά λευκόχρυσες πιρουέτες γύρω από το τανγκό του Ουρανού με τη Σελήνη. Η μουσική του Ολύμπου συναντούσε χαμηλά, στο βάθος του Πλαταμώνα, το είδωλο της Σελήνης πάνω στην ακίνητη θάλασσα - ασημένια πινελιά που εξαφανιζόταν, ποιος ξέρει πού.
Ο Όλυμπος ξημέρωσε σταθερά, φορώντας το πουκάμισό του που άλλαζε χρώματα - σταχτόγκριζο αρχικά, φωτεινό γαλάζιο αργότερα - ενώ ο Ήλιος έδιωξε με την ολοφώτεινη, βαριά του παρουσία την ντελικάτη ελαφρύτητα της Σελήνης. Το τανγκό έσβησε, κι η μουσική έλιωσε μέσα στο άπλετο πρωϊνό...
Ο Άγγελος σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στην πηγή.
Έριξε νερό στο πρόσωπο και στα ατίθασα χαλκοκάστανα μαλλιά του, κοιτάζοντας με τα γαλάζια μάτια του το ευγενικό είδωλο του προσώπου του μέσα στο νερό. Με το νερό ακόμα να στάζει στο πρόσωπό του, φόρεσε τα γυαλιά ηλίου Ντόννα Κάραν Νιου Γιορκ και πέρασε το σακίδιο στην πλάτη.
Άρχισε να κατεβαίνει το μονοπάτι στριφογυρίζοντας μαζί με τα πουλιά που 'χαν ξυπνήσει χαρούμενα. Κλότσησε με την αρβύλα του μια πέτρα, έκανε γκελ πριν γκρεμιστεί στο βάραθρο δεξιά του, που κατρακυλούσε το αμέτρητο ύψος του ιλιγγιωδώς.
Η αποστολή που του ανέθεσαν οι Δώδεκα θεοί, ήταν σαφής: έπρεπε να συλλάβει ζωντανό ή νεκρό έναν ημίθεο, δραπέτη των ορέων του Πηλίου, που εγκατεστημένος στην Αθήνα έκανε ανθρωποθυσίες, υπηρετώντας τον Διάβολο· βιτρίνα του ένα αρχιτεκτονικό γραφείο, κάπου στα Εξάρχεια, και βοηθοί του οι δίδυμες ιέρειες Ισμίνα και Αυγουστία.
Το όνομά του, Αρχέλαος.
Αρχέλαος Κένταυρος.
Χιλιάδες χρόνια φυλακισμένος στα Όρη του Πηλίου για ασέλγεια στη θεά Αφροδίτη, καταδικασμένος στην αιώνια, αντιαισθητική εμφάνιση των τριχωτών ποδιών τράγου, των τεσσάρων βρωμερών οπλών.
Αυτός που καμία θνητή δεν του αρνήθηκε τον έρωτά της και καμία ημίθεα δεν έμεινε ασυγκίνητη από τη γοητεία του, αυτός που όλες τις θεές τις έκανε δικές του με τον ζωώδη, παραισθησιακό τρόπο του, όλες εκτός από την Αφροδίτη.
Τη στρίμωξε σε μια σπηλιά στο Σαρακήνικο της Μήλου και, αφού της έκλεισε το στόμα μ' ένα μπουκέτο μήκωνες υπνοφόρους από τον Έβρο, ραντισμένες με ζαχαρόνερο, της άνοιξε τα πόδια - από παγωτό βανίλια πλασμένα και χιόνι του Ολύμπου - προσπαθώντας δική του να την κάνει. Κι εκείνη, μέσα στη γλυκιά του οπίου αγκαλιά, έτοιμη ήταν να ενδώσει.
Τότε ο άνεμος ο μαρτυριάρης, αιώνια με την Αφροδίτη ερωτευμένος, πήρε τον αναστεναγμό της πιο όμορφης απ' όλες τις ωραίες και, αφού τον στριφογύρισε πάνω από τη θάλασσα κι από τα βουνά πιο πάνω, στου Δία το ζηλόφθονο αυτί τον σφύριξε: Ποιος είδε τον θεό και δεν φοβήθηκε!
★
Ποιος να 'δε τον θεό...
Η Θεοδώρα κοιμόταν με τον ποπό ξεσκέπαστο κι έβλεπε περίεργο όνειρο, ενώ το μισοφέγγαρο - ένα της πανσελήνου δωδέκατο - κρεμόταν σαν χαμόγελο στον ουρανό του παραθύρου της· οι κουρτίνες μισάνοιχτες, θρόισαν στα τρομαγμένα της αυτιά, που ήταν, λέει, χέρια της· κι άκουσε με τα χέρια της μια μαλλιαρή κοιλιά τράγου να της γουργουρίζει αρχαία ελληνικά, με τη γλώσσα τυλιγμένη γύρω από τον ξεσκέπαστο ποπό της· <<χαμαί 'πεσέ Δαίδαλος αὐλᾷ...>>· ο ποπός της ήταν, λέει, το στόμα της, μπουκωμένο από μια βρωμερή οπλή, και η καρδιά της ένας ολόλευκος Πήγασος, με τα φτερά κομμένα, μεσ' στο αίμα, που σερνόταν στην κοιλιά της σαν κατσαρίδα, ενώ δάγκωνε ένα μπουκέτο παπαρούνες· γλυκά γλυκά ναρκωμένη αφέθηκε στον έρωτα του τέρατος - σώμα ανθρώπου, πόδια τράγου, απρόσωπο, μ' ένα μαύρο, τεράστιο μάτι στην πλάτη· έμπαινε σαν πλοκάμι χταποδιού, ταυτόχρονα σε όλες του σώματός της τις εισόδους - αυτές που βρήκε ανοιχτές κι αυτές που με νύχια σουβλερά, δόντια γαμψά άνοιξε· ένιωθε τη χειρότερη αηδία, το μεγαλύτερο πόνο, αλλά παράλληλα την πιο παραληρηματική ηδονή που ένιωσε ποτέ.
Ξύπνησε λουσμένη στον ιδρώτα, να επιπλέει σαν βαρκούλα στα υγρά του οργανισμού της, στα μεταξωτά σεντόνια.
Ντροπή!
Το μισοφέγγαρο, ντροπιασμένο, κρύφτηκε πίσω από τις κουρτίνες.
★
Ο Αϊζάακ Τ. προσπαθούσε με μισόκλειστα μάτια να βολέψει τα μακριά του πόδια, που ακουμπούσαν στην μπροστινή θέση.
Χαλάρωσε τη ζώνη ασφαλείας και τον πήρε για λίγο ο ύπνος.
Χρρ...σσς! ... Χρρ...σσς! ...
Η πρωϊνή πτήση Ιερουσαλήμ- Αθήνα ξεκίνησε στις 5.10' και το προηγούμενο βράδυ είχε πιει πολύ ουίσκυ, ξερνώντας τελικά στην αγκαλιά της μικρής Μαρίας, που είχε γνωρίσει στο μπαρ Το Τείχος των Δακρύων. Ξύπνησε με το στόμα μπουκωμένο χαρτί και καπνό από το μισοφαγωμένο τσιγάρο που κρεμόταν σβηστό στα χείλη του όση ώρα κοιμόταν.
Λίγο αργότερα στο κίτρινο ταξί, με τον Καρβέλα στο ράδιο, <<Ο σκύλος μου είναι γκέι>>, και τις γιγαντοαφίσες των λαϊκών σταρ να εναλλάσσονται στις όχθες της Συγγρού (Πανταζής-Γαρμπή-Βίσση, Βανδή-Δάντης-Μαντώ, Αλκαίος-Ευρυδίκη-Σχινάς, Πόκος-Ρουβάς-Σφακιανάκης), άναψε ένα Κάμελ, χωμένος βαθιά στο πίσω κάθισμα, βαθιά μέσα στις σκέψεις του.
Ο εβραίος θεός τού είχε αναθέσει την αποστολή, ψιθυρίζοντας στο αυτί του, πάνω σε ένα σύννεφο με σχήμα κτιρίου: Έπρεπε να πάει στην Αθήνα και να εκτελέσει για λογαριασμό του τον Αρχέλαο Κένταυρο, υπηρέτη του Διαβόλου.
<<...κάτι δε μου κάθεται καλά σ' αυτήν την κωλοϋπόθεση...>> σκεφτόταν αργότερα στο δωμάτιο 66, στον 6ο όροφο του Ξενοδοχείου Όλυμπος, στην οδό Ιεροσολύμων, κάπου κοντά στην Πλατεία Βικτωρίας, με το ουίσκι να του καίει τον ουρανίσκο κατεβαίνοντας, ενώ το μάτι του θεού τον παρακολουθούσε από τον ουρανό.
Μελετούσε τη φωτογραφία του <<συμβολαίου>> του, κρεμασμένη με συνδετήρα στην πρώτη σελίδα του ογκώδους φακέλου του Αρχέλαου Κένταυρου, που ο ίδιος ο εβραίος θεός του είχε παραδώσει στα σύννεφα δυο μέρες πριν.
Είδε τα μακριά του, κάτασπρα μαλλιά, και τα έντονα φρύδια, που σαν δολοφονικές λάμες υπερασπιζόντουσαν το σχιστό του μάτι με το διαβολικό χρώμα και τη σκοτεινή λάμψη.
Ανατρίχιασε!
Έβγαλε το αγαπημένο του αρχαίο Λούγκερ από τη δερμάτινη θήκη, κάτω από τη μασχάλη του, κι άρχισε να το γυαλίζει μ' ένα βελουδένιο πανί, χαϊδεύοντάς το απαλά, σαν να 'ταν η αγαπημένη του.
Έλαμψε μέσα στη χούφτα του, κάνοντάς τον να νιώσει πιο δυνατός.
Μπορεί να 'ταν και το ουίσκυ...
Λίγο αργότερα, άδωσε στη ρεσεψιόν το κλειδί και βγήκε στη σκοτεινή τσέπη της πλατείας Βικτωρίας.
Καθημερινά συναντάς στη ζωή σου τρία κλειδιά: της Κολάσεως, του Παραδείσου και της Αμηχανίας - όλα σε κάποια ρεσεψιόν κρεμασμένα.
Αγόρασε στο περίπτερο ένα πακέτο τσιγάρα κι ένα κουτί τσίχλες, πέφτοντας πάνω σε έναν όμορφο, ευγενικό νεαρό, με ατίθασα, χαλκοκάστανα μαλλιά και μπλε μάτια.
Αντάλλαξαν <<Συγγνώμη!...>>, ενώ ανάμεσα στα κούφια στοιχεία του κτιρίου ο Κένταυρος ζητούσε συγγνώμη από τον Διάβολο: <<Συγγνώμη, πατέρα Σκοτεινέ και Υπουράνιε, που καθυστέρησα να Σου προσφέρω την ταπεινή σπονδή μου... Συγχώρησέ με μέσα από τα σπλάχνα της άσπλαχνης Κόλασης, κι εγώ διπλή σπονδή θα Σου προσφέρω, Υπόγειε Πατέρα...>>
Ντρρρννν! Ντρρρννν!
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου διέκοψε τη συγγνώμη του Κένταυρου.
<<Συγγνώμη που θα καθυστερήσω, κύριε Αρχέλαε, είχα πολύ άσχημο ύπνο χθες...>> ψέλλισε η Θεοδώρα στο τηλέφωνο, ανακατεύοντας το γάλα της.
<<Να προσέχεις, Δωρούλα! Τα μάτια σου δεκατέσσερα!...>> την ξεπροβόδισε η Εύα, που είχε ανησυχήσει με τον εφιάλτη της φίλης της.
★
Το επιβλητικό κτίριο του '30 που στέγαζε το αρχιτεκτονικό γραφείο του Αρχέλαου Κένταυρου ήταν κούφιο. Όλες οι κολόνες του, όλα του τα πατώματα, όλοι οι τοίχοι του, όλα του τα στοιχεία ήταν κούφια.
Μέσα στα κούφια στοιχεία του κτιρίου μάζευε ο Αρχέλαος τα στοιχειά του.
Πηγαινοερχόντουσαν σαν κατσαρίδες στα σπλάχνα του.
Σερνόντουσαν κάτω από τα πατώματα, μπουσουλούσαν μέσα στους τοίχους, σκαρφάλωναν εσωτερικά τις κολόνες...
Στα υπόγεια γινόντουσαν οι τελετές.
Τα υπόγεια είναι τα ρετιρέ της Κολάσεως.
★
Ο Αϊζάακ είχε κουκουλωθεί στη ζεστή ψευδαίσθηση που έπλεκε η καθησυχαστική, σέξι γυναικεία φωνή μιας διαφημίσεως από την τηλεόραση: <<...ο έρωτας περνάει απ' το στομάχι...αν προορισμός σας η απόλαυση, τότε επιλογή σας η Air Cross...>>.
Άναψε τσιγάρο και σχημάτισε ένα νούμερο στο τηλέφωνο.
Η σύνδεση με Ιερουσαλήμ δεν ήταν εφικτή κι έμεινε να κοιτάζει τα συννεφάκια του καπνού, που σε σχήμα καραβανιού από μικροσκοπικές καμήλες εξαερωνόντουσαν πίσω από τους αμμόλοφους του ταβανιού.
Τον τελευταίο καιρό άκουγε ακριβώς τους ίδιους χαρακτηρισμούς για το άτομό του, τόσο από την Ελισάβετ - τη γυναίκα του - όσο κι από τη μικρή Ρουθ - την εικοσάχρονη ερωμένη του.
<<Πάρε την Κόλασή σου και φύγε μια και καλή απ' τη ζωή μου!...>> του 'χε πει με πολύ έντονο ύφος η Ελισάβετ, πετώντας τα ρούχα του έξω από το παράθυρο του διαμερίσματός τους, στο δέκατο τρίτο όροφο· κι αργότερα, το ίδιο βράδυ: <<...δε θέλω άλλο στη δική μου ζωή την Κόλασή σου!... Παρ' την κι εξαφανίσου!...>> άκουσε να του λέει η Ρουθ με κλάματα κι αναφιλητά...
<<Πώς μπορεί να μου μιλούν για Κόλαση εμένα, τον νούμερο ένα εκτελεστή του Παραδείσου;...>> αναρωτιόταν πίνοντας λίμνες ουίσκυ. Η ουσία ήταν ότι τον είχαν παρατήσει κι οι δύο σύξυλο, κουρασμένες από τον βίαιο, απρόβλεπτο χαρακτήρα του - από τη μια τρυφερός, με λουλούδια και χάδια, κι από την άλλη αλαζονικός και υπερόπτης από το ποτό και δεν άφηνε ούτε θηλυκή γάτα.
Ψηλός, με μαύρα σγουρά μαλλιά και μεγάλα εκφραστικά μάτια - στυλ Έλλιοτ Γκουλντ - άρεσε πολύ στις γυναίκες.
Άιζαακ Τ., τριάντα τρία, εκτελεστής για λογαριασμό του εβραίου θεού.
Τον είχε επιλέξει ο ίδιος, ανάμεσα σε εκατοντάδες παιδιά, στο Ορφανοτροφείο της Μονής του Όρους των Ελαιών, ορίζοντας τον μονόφθαλμο μοναχό Μοσέ Νταλιάν - σπέσιαλ πράκτορα της Μοσάντ - ως πνευματικό του καθοδηγητή και εκπαιδευτή στα όπλα και στις πολεμικές τέχνες, μετατρέποντάς τον σε μια επικίνδυνη, φονική μηχανή, ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένο στις διαταγές του εβραίου θεού.
Είχε λάβει την εκπαίδευση των Ισραηλινών κομάντος, με άριστες επιδόσεις, <<υπογράφοντας>> με κόκκινο μελάνι όλα τα <<συμβόλαια>> που του ανατέθηκαν: πυροβόλησε στο κεφάλι Κολομβιανούς βαρόνους της κοκαΐνης, έσφαξε με το μαχαίρι έναν πράκτορα της ΜΙΤ στην Κωνσταντινούπολη. Έπνιξε τον εραστή ενός γκέι Κόνγκρεσμαν, βαφτισιμιού του εβραίου θεού, ανατίναξε το μυστικό θησαυροφυλάκιο του Βατικανό - με το μυστικό της αθανασίας κρυμμένο καλά στα άδυτά του. Σαμποτάζ στο Ερμιτάζ. Επικηρυγμένος από όλες τις κυβερνήσεις, όλες τις πιθανές και απίθανες κλίκες στον Κόσμο και την Οικουμένη, κατόρθωνε πάντοτε το ακατόρθωτο, έχοντας τον εβραίο θεό μαζί του.
Ο εβραίος θεός όμως είχε τώρα άλλα σχέδια κατά νου για τον Άιζαακ. Ήξερε πολλά μυστικά πια για τον εβραϊκό Παράδεισο, ήταν επικίνδυνος. Έστειλε λοιπόν από πίσω του στην Αθήνα έναν άλλο εκτελεστή του. Μια πανέμορφη νεαρή Παλαιστίνια, με δολοφονικά, αμυγδαλωτά μάτια στυλ Ελίζαμπεθ Τέυλορ.
Ντυμένη πάντα με ακριβά ταγέρ και γόβες στιλέτο, εμφανιζόταν ξαφνικά εκεί που δεν την περίμενες.
Το όνομά της Ερινύα Τύψη.
Μια καλλονή που κανείς δεν ξέφυγε από το θανατερό της εναγκαλισμό.
Το φιλί της, καραμέλα-βιτριόλι, έκαιγε τα σωθικά...
Πάμε λίγο πίσω στου κτηρίου τα σωθικά, όπου τα σωθικά μιας παρθένας, σε μια πιάνου χορδή κρεμασμένα, στάζουν αίμα - κόκκινη σαμπάνια σε ποτήρια τουλίπες διψασμένα.
Ο Άιζαακ έσβησε το Κάμελ - το καραβάνι του καπνού απέδρασε, σαν οφθαλμαπάτη της ερήμου...
Προσπάθησε να κοιμηθεί, ο Μορφέας καθυστερούσε.
<<...αύριο θα' ναι μια μεγάλη μέρα...>>
Μια μεγάλη μέρα αρχίζει πάντα εκεί που τελειώνει μια μικρή νύχτα.
★
Ο Άγγελος είχε εγκατασταθεί σε μια ερειπωμένη, ακατοίκητη, ετοιμόρροπη μονοκατοικία, στις παρυφές του λόφου του Κολωνού.
Είχε πέσει το σκοτάδι και η μόνη πηγή φωτός μέσα στο γκρανγκινιόλ σπίτι ήταν η πύρινη Ρομφαία του, που 'χε βγάλει από τη θήκη, χαϊδεύοντάς τη με κλειστά μάτια.
Ο Άγγελος τρεφόταν με προαισθήματα, όνειρα και ψευδαισθήσεις· τα μαγείρευε μέσα στο πολύχρωμο, βέρτσουαλ ριάλιτι μυαλό του και τα σερβίριζε στις φτερούγες του χούφτες, ραντίζοντάς τα με αγγελόσκονη που του 'χε δώσει η Αθηνά κρυφά από τους υπόλοιπους θεούς το τελευταίο βράδυ πριν αναχωρήσει από τον Όλυμπο για την Αθήνα.
Δεν βιαζόταν να ξεμπερδέψει με τον Κένταυρο, η Αθήνα τον είχε μαγέψει. Κίνηση, φώτα, όλες <<οι φυλές του Ισραήλ>> στους στενούς της δρόμους.
Αθήναι.
Υπάρχουν πολλές Αθήνες μέσα στην Αθήνα.
Όλες οι πόλεις του κόσμου σε μινιατούρες περιβρέχονται από το Σαρωνικό της: Σικάγο η Πατησίων, Χονγκ-Κονγκ η Κυψέλη, Κάιρο το Μεταξουργείο, Λισσαβώνα η Πλάκα, Φρήντριχ-στράσσε η Λένομαν, Τάμεσης ο Κηφισός, ο Ιλισσός Ηλύσια Πεδία...
Και ο Λυκαβητός Αγια-Σοφία.
Ακρόπολη! Ααα... Ακρόπολη μαρμάρινη και μισογκρεμισμένη, μεγαλειώδης, μελαγχολική και μεταφυσική, μοναχική, μμμ... μοναχική μουσική μουρμουρισμένη... Κι αν είχε μάτια η Ακρόπολη, μάτια θα' χε σαν τα δικά του, μπλε, κι οι κόρες τους λευκές, σε σχήμα Σταυρού να κυματίζουν σαν του Σαρωνικού τα κύματα.
Πήρε το μετρό από το σταθμό της Αττικής, και κατέβηκε στη Βικτώρια. Στην πλατεία σκουντούφλησε πάνω σε έναν ψηλό σγουρομάλλη που έμοιαζε με τον Έλλιοτ Γκουλντ και κρατούσε ένα πακέτο τσιγάρα Κάμελ κι ένα κουτί τσίχλες Χόλλυγουντ.
Του έπεσαν από τα χέρια και, όπως έσκυψε να τα σηκώσει, του ζήτησε συγγνώμη...
★
Ο Κένταυρος μπροστά σε έναν οβάλ ραγισμένο καθρέφτη, με έξι χρυσά φίδια σκαλισμένα - κουλουριασμένα γύρω από τη λαβή - και το δαιμονικό, μαύρο βλέμμα του κολυμπούσε μονόφθαλμα, κάνοντας ρικοσέ μέσα στον υδράργυρο.
Μουρμούριζε ακατάληπτα φράσεις χωρίς φωνήεντα.
<<...πτ τ Βσλ, χμ πσ Δδλς βλ... κτ Φβς χ κλβν, μντδ δφνν, πγν λλσν... πσβτ κ λλν δρ... πτ τ Βσλ, χμ πσ Δδλς βλ... κτ Φβς χ κλβν, μντδ δφνν, πγν λλσν... πσβτ κ λλν δρ...>>
Κατσαρίδες πετούσαν ολόγυρα, ενώ τα Όρη του Πηλίου είχαν ξεφυτρώσει κάτω από τα στοιχεία του κτιρίου.
Όλα τα είδη του πράσινου σαν στοιχειά μαζεύτηκαν. Το πράσινο της καστανιάς της φτελιάς, της φτέρης και του γερο-πλάτανου κόντρα στο καταπράσινο της μηλιάς, το λευκοπράσινο της λεύκας.
Στη σκιά του πράσινου, στα πόδια του απλωμένο το κορμί το ξανθό της παρθένας σπονδής μιλιά δεν έβγαζε.
Τι να πει το καημένο, φέτες κομμένο...
Κι ένας βράχος από το ταβάνι της Νταμούχαρης ξεκόλλησε, σκάζοντας με παφλασμό στη θάλασσα που είχε ύπουλα εισβάλει στα κούφια στοιχεία του κτιρίου.
Πλάααφφφφφ!......
★
Οι Δώδεκα θεοί παρακολουθούσαν αμφιθεατρικά καθισμένοι στις κερκίδες του θεάτρου των Δελφών τη σκακιστική μονομαχία του εβραίου θεού με τον Διάβολο, ενώ ο αληθινός Θεός, ο ένας και μοναδικός, τους παρακολουθούσε όλους με το αθέατό Του μάτι, κρυμμένος πίσω από τα χάλκινα σύννεφα του δελφικού δειλινού.
Τους λυπόταν στο βάθος Του.
Ο Θεός λυπόταν όλους τους θεούς κι όλους τους δαίμονες.
Ίσως περισσότερο απ' όσο λυπόταν τη Θεοδώρα, τον Άγγελο και τον Άιζαακ.
Αλληλεγγύη μεταξύ θεών;
Τον μόνο που καθόλου δεν λυπόταν ήταν τον Κένταυρο:
Η λαγνεία ήταν το κίνητρό του.
Όχι η πίστη του στον Διάβολο...
Η πίστη του επίπλαστη, η λαγνεία ήταν η αιτία.
Η χειρότερη αμαρτία...
Στη σκακιέρα, ένας τρελαμένος Κένταυρος, που' βγαζε αφρούς από το στόμα, καπνούς από τα ρουθούνια, εναλλασσόταν χρωματικά, άσπρο-μαύρο, άσπρο-μαύρο, παραπατώντας τυφλωμένος πάνω στα ασπρόμαυρα τετράγωνα, με όλους τους θεούς εναντίον του και τον Διάβολο σε αμηχανία.
★
Ο Άιζαακ Τ. ανηφόρισε την οδό Τροίας, σταματώντας για λίγο μπροστά στο Σινέ Ίλιον. Space Cowboys. Ο Κλιντ Ίστγουντ, παρέα με τον Ντόναλντ Σάδερλαντ, τον Τζέιμς Γκάρνερ και τον Τόμμυ Λη Τζόουνς, αειθαλείς διαστημικοί καουμπόις να ιππεύουν ρομαντικά φτερωτά άλογα-διαστημόπλοια στα ουράνια λιβάδια του ενός και μοναδικού Θεού.
Μπήκε στα Μακντόναλντς της Πατησίων κι έφαγε ένα μπιγκ μπέικον χαζεύοντας τον κόσμο.
Ετερόκλητο, πολυεθνικό πλήθος στο ταμείο και στα τραπέζια.
Δυο σκοτεινοί Αλβανοί συνωμοτούσαν, μπουκωμένοι μπέργκερ.
Δύο χαριτωμένες δεσποινίδες. Η μία με κόκκινα μαλλιά, στρογγυλά γυαλιά και πλεχτή, φαρδιά μπλούζα, κεντημένη με ινδιάνικα μοτίβα, Απάτσι παραλλαγή της Τζάνις Τζόπλιν, στο γλυκύτερο. Η κέτσαπ έκανε το δαχτυλάκι της να κοκκινίσει ντροπαλά. Η φίλη της φορούσε περουβιανό καπελάκι και στο λαιμό της κρεμόταν ένας χρυσός, βαφτιστικός σταυρός, με χαραγμένα, καλλιγραφικά γράμματα <<Εύα>>. Φοιτήτριες;
Στο βάθος της αίθουσας, στον τοίχο πίσω από μια σε σχήμα καρδιάς αγκαλιά ενός ερωτευμένου ζευγαριού, τρεμόπαιζε η σκιά ενός πλάσματος με ανοιχτές φτερούγες, σαν άγγελος.
Ήπιε μια γουλιά Κόκα-Κόλα.
Βγήκε στην Πατησίων, Σικάγο ντάουν-τάουν, με κατεύθυνση προς την Πλατεία Αμερικής.
Περπατώντας μ' ένα Κάμελ στα χείλη, ο άνεμος τον έσπρωξε σε ένα μπαράκι, στριμωγμένο ανάμεσα στα μαυρισμένα από το καυσαέριο δέντρα του δάσους των πολυκατοικιών.
<<Agnus Dei>>, αναβόσβηνε εναλλάξ με ένα αφρισμένο ποτήρι - τουλίπα σαμπάνιας η νέον φωτεινή ταμπέλα πάνω από την είσοδο του μπαρ.
Πορτοκαλί-κίτρινο, πορτοκαλί-κίτρινο. Το μάτι του Θεού!
<<...άνοιξα τη μικρή γυάλινη πόρτα και βρέθηκα σε ένα ζεστό χώρο, με ντιζάιν του '50· κιτρινωπός φωτισμός· το μπαρ απέναντι, ξύλινο, ημικυκλικό, με δερμάτινα σκαμπό και καθρέφτη που πολλαπλασίαζε την εντύπωση του μικρού μαγαζιού· ακριβώς δίπλα στην πόρτα, ένα μεγάλο παράθυρο καταλάμβανε όλο το μήκος του τοίχου, προβάλλοντας στη γυάλινη οθόνη του την κίνηση της Πατησίων, που εξελισσόταν σαν ατελείωτη ταινία, σε σκηνοθεσία του Θεού, μεταμεσονύκτια κινηματογραφική προβολή· στο βάθος, μια εναέρια στρογγυλή σκάλα με ξύλινα σκαλιά, περιελισσόμενος κισσός γύρω από το μεταλλικό σωλήνα-κορμό, οδηγούσε στο πατάρι και το υπόγειο· ο εξώστης του μικροσκοπικού, χαμηλοτάβανου παταριού κρεμόταν πάνω από την μπάρα, ενώ στο υπόγειο ήταν οι τουαλέτες του μαγαζιού· τα ξύλινα τραπεζάκια είχαν σχήμα τραπεζιού με άνισες βάσεις, ιδιοφυές ντιζάιν του αρχιτέκτονα που το σχεδίασε προς εξοικονόμηση χώρου· (όπως και να γίνει, πρέπει να παραδεχτώ ότι ο Αρχέλαος Κένταυρος, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, είναι ένας καταπληκτικός αρχιτέκτων: <<Αρχέλαος Κένταυρος, 26 Ιανουαρίου 1958>> έγραφε η μεταλλική κάρτα, βιδωμένη στο ξύλο της μπάρας)· διθέσια καναπεδάκια με λεπτά πόδια και καρό ταπετσαρίες - μισά μπορντό και μισά κίτρινα ώχρα· τα πορτατίφ-απλίκες από πάνω τους ήταν ημισφαιρικά ψάθινα καπελάκια, ενώ ο τοίχος μέχρι ένα ύψος ήταν ντυμένος με την ίδια ψάθα· υπήρχαν κρεμασμένοι δύο ζωγραφικοί πίνακες αι παλιές, αυθεντικές διαφημίσεις ποτών· σημαιούλες με μασονικά εμβλήματα και οικόσημα· οι δύο πίνακες πρέπει να ήταν του ίδιου ζωγράφου, σκοτεινοί, με μπλε απόχρωση, σαν δυο νυχτερινές, πανομοιότυπα φουρτουνιασμένες θάλασσες, που όμως σου έδιναν την εντύπωση ότι μέσα τους είχε φουντώσει πυρκαγιά· δίπλα στο αλά σαλούν πορτάκι του μπαρ υπήρχε μια φωτισμένη βιτρίνα, γεμάτη με δεκάδες μινιατούρες μπουκαλιών, πορσελάνινα αγαλματάκια από μασκότ ποτών: ο Τζώννυ Γουόκερ, μπλαζέ, με μονόκλ μαζί με τα δίδυμα γκριφόν του Μπλακ εντ Γουάιτ, παρέα με το ιστιοφόρο του Κάττυ Σαρκ, κάτω από το σομπρέρο της Ολμέγκα· κάθισα στο στρογγυλό σκαμπό στην μπάρα και παρήγγειλα ένα διπλό Τζέι εντ Μπι, σκέτο, χωρίς πάγο και μία μπίρα Μπαντβάιζερ· ο μπάρμαν είχε ένα επαγγελματικό, ψεύτικο χαμόγελο ζωγραφισμένο πίσω από τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του από ταρταρούγα· φορούσε κόκκινο πουκάμισο, μαύρο γιλέκο· μετά το δεύτερο διπλό Τζέι εντ Μπι και τη δεύτερη Μπαντβάιζερ, τον είδα διπλό. Μου χρειάστηκε ένα τρίτο διπλό και μια τρίτη μπίρα για να συνειδητοποιήσω πως υπήρχαν δύο δίδυμοι μπάρμεν πίσω από το μπαρ - ο Λύσανδρος και ο Προμαχώνας· το μάτι μου έπεσε στην πινακίδα μιας μαύρης λιμουζίνας, σταματημένης στο φανάρι της Πατησίων, έξω από το μπαρ, συγκράτησα όμως μόνο τα τελευταία νούμερα, γιατί άναψε το φανάρι κι η λιμουζίνα εξαφανίστηκε: 666!... >>
Βρρμ! Βρρρμ!Τα κατσαρά μαλλιά του Άιζακ ίσιωσαν προς στιγμήν, ενώ ένας φόβος που φούσκωσε στο στήθος του ξεχύθηκε ηχηρά, σαν ρέψιμο, μέσα στο μπαρ.
<<...μππρρρρ!...γκρρρ!...>>
★
Είχε μεγάλο συνωστισμό στο βαγόνι του μετρό.
Κατέβηκα στη Βικτώρια και τάχυνα το βήμα μου προς το Πεδίον του Άρεως - του θεού του πολέμου..
Η Αθηνά μαρμαρωμένη - άγαλμα τροχονόμου της Αλεξάνδρας.
Ανηφόρισα προς τα Εξάρχεια, φτάνοντας λαχανιασμένη στην είσοδο του κτιρίου.
Καθώς έψαχνα την τσάντα για τα κλειδιά μου, σήμανε η καμπάνα του Αγίου Βασιλείου απέναντι, και το βλέμμα μου έπεσε σ' έναν όμορφο νεαρό άντρα, καθισμένο στο παγκάκι του προαύλιου της εκκλησίας.
Με κοιτούσε με τα καλοσυνάτα, μπλε μάτια του, ενώ τα ατίθασα, χαλκοκάστανα μαλλιά του σαν να μου έγνεφαν όπως τα ανακάτωνε το αεράκι. Το βλέμμα του σαν φτερούγα αγγέλου με αγκάλιασε...
Η ψυχή μου γαλήνεψε, το κακό όνειρο ξεθώριασε στα περιθώρια του εναγκαλισμού του.
Ανέβηκα στο γραφείο ξαλαφρωμένη.
Ο κύριος Αρχέλαος έλειπε.
Με υποδέχτηκαν οι δίδυμες βοηθοί του με διαβολικά χαμόγελα και λαμπερά, κίτρινα μάτια - σαν σιαμαίες γάτες.
Η Ισμίνα με τα μαλλιά πλεγμένα κοτσίδα μέχρι τη μέση και η Αυγουστία με αυστηρό κότσο που τον συγκρατούσε μια ασημένια μινιατούρα της Ακρόπολης.
Το κακό όνειρο ξαναγύρισε σαν φλας μαύρου φωτός και οι <<καλημέρες>> που ανταλλάξαμε ήταν παγωμένες - όσο και το κρύο, γυαλιστερό σχεδιαστήριο με το λευκό φως, που με περίμενε με το <<Ταυ>> σαν αποκεφαλισμένο σταυρό ξαπλωμένο πάνω του...
★
Ο Άγγελος δεν είχε ερωτευτεί άλλοτε ποτέ.
Μόλις την αντίκρισε να στριμώχνεται ανυπεράσπιστη ανάμεσα στους απρόσωπους, τρομακτικούς επιβάτες του μετρό, με το αβέβαιο μέλλον της να διαγράφεται αχνά πίσω από το λάγνο, βρώμικο του Κένταυρου μυαλό, στενοχωρήθηκε.
Υποτίθεται πως ένας άγγελος, περιβεβλημένος το λευκό μανδύα των θεών που υπηρετεί, δεν στενοχωριέται ποτέ.
Ούτε κι ερωτεύεται ποτέ.
Η στενοχώρια είναι ο καταλύτης του έρωτα κι ο έρωτας ο καταλύτης της στενοχώριας σ' αυτήν την αμφίδρομη αντίδραση που πυροδοτεί την εξέλιξη της ζωής, αλλά είναι απαγορευμένη στους αγγέλους.
Οι άγγελοι, ζώντας αιώνια, δεν έχουν στην ουσία ζωή.
Η ζωή είναι πεπερασμένη, χωράει στην τσέπη.
Του Θεού.
Του ενός και μοναδικού, ποιητού ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.
<<...είδα τα καφεπράσινα μάτια της να καλπάζουν σαν αγριεμένα άλογα πίσω από ολοστρόγγυλα κρύσταλλα και τους κατακόκκινους των μαλλιών της καταρράκτες να χύνονται στους πλατινένιους της ώμους... το βλέμμα μου ανάμεσα στα δυο φεγγάρια στήθια της ξάπλωσε και έλιωσε σαν δυο σταγόνες μέλι που κατρακύλησαν στις ράγες των από παντεσπάνι πλασμένων της ποδιών, μελώνοντας τα λουλουδάκια δάχτυλα που ξεφύτρωναν μοσχοβολώντας από το αφράτο χώμα των σανδαλιών της...>>
Ο Άγγελος ακολούθησε τη Θεοδώρα μέχρι που μπήκε στο κούφιο κτίριο. Κάθισε σ' ένα παγκάκι τρυπημένος πέρα ως πέρα από του Έρωτα το βέλος - ποτισμένο σε αγγελόσκονη.
Και το μυαλό του, ανοιγοκλείνοντας τις διαφανείς φτερούγες, ανέβηκε ψηλά, προς την αιθαλομίχλη.
Κι αφού τη διέσχισε, εισπνέοντάς τη με μάτια δακρυσμένα, έφτασε σ' έναν ουρανό, από τα στοιχεία του κτιρίου περικυκλωμένο - από τούβλα και τσιμέντο πλασμένο.
Κι η Θεοδώρα με κλάματα στα χέρια και στα πόδια, με δάκρυα στο στόμα, και τα μάτια βγαλμένα, στον τοίχο καρφωμένα με καρφιά σκουριασμένα να στάζουν αίμα.
Τα σφυριά σπίθιζαν στα δίδυμα χέρια με τα μακριά λεπίδια νύχια βαμμένα μαύρα.
<<...τράβηξα την πύρινη Ρομφαία απ' τη θήκη και μαζί μια προσευχή... τους πήρα τα κεφάλια με μια κίνηση πύρινη, ημικυκλική, αργή, απ' του όπλου μου την Αγία Φωτιά φτιαγμένη κι από την προσευχή... κι αυτά κατρακυλήσανε στο εσωτερικό μιας κούφιας κολόνας κι έσκασαν σαν κολοκύθες του Χαλλοουίν στα σκοτεινά βάθη του υπογείου... κι ύστερα, έσβησα το σπαθί και το 'βαλα στη θήκη, αφήνοντας την προσευχή μου να περιίπταται θυμωμένα σαν εμπροσθοφυλακή από λέξεις ντυμένες με στολές παραλλαγής, που έψαχναν τυχόν επιζώντες, πληγωμένους εχθρούς για να τους αποτελειώσουν...>>
Ο Άγγελος γονάτισε δίπλα στη Θεοδώρα και σκέπασε με τις φτερούγες του στοργικά το βουβό της κλάμα, που ανέβλυζε από τις άδειες, ματωμένες κόγχες των ματιών της...
Και ο Θεός ο Αληθινός, που όλα από ψηλά τα είδε κι όλα τα άκουσε, τη Δώρα του λυπήθηκε, δίνοντάς της πίσω δώρα τα καφεπράσινα στολίδια μάτια - που λίγοι το πράσινο διέκριναν μέσα τους...
Μπορεί να' ταν και παραίσθηση από την αγγελόσκονη, όμως ο Άγγελος έμεινε να κοιτάζει στα μάτια την αγαπημένη του για ώρες, βλέποντας μέσα τους μαγικά τοπία - κρεμαστούς κήπους που ευωδίαζαν να περιστρέφονται καθισμένα στον τροχό ενός λούνα παρκ...
★
Ο Άιζαακ Τ. παρακολουθούσε από νωρίς τον Κένταυρο, στημένος έξω από το σπίτι του, κάπου στη Δεξαμενή, στο Κολωνάκι.
Ένιωθε, σαν από ένστικτο, ότι κάποιος τον παρακολουθούσε κι αυτόν. Το απροσδιόριστο άρωμα της Ερινύας Τύψης τού ανατρίχιαζε το σβέρκο με την ανάσα του.
Ο Κένταυρος βγήκε κάποια στιγμή από το σπίτι του - μια μονοκατοικία σχεδιασμένη από τον Τσίλλερ - κατηφορίζοντας με τα πόδια τη Σόλωνος και μετά την Ιπποκράτους, μπροστά από τα θέατρα. Περνώντας μέσα από τη Στοά του Βιβλίου, κατευθύνθηκε προς το κεντρικό κτίριο της Εθνικής Τραπέζης. Μπήκε από το πορτάκι της Αιόλου και βιαστικά βαδίζοντας εξαφανίστηκε στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του αχανούς κτιρίου. Δεξιά κι αριστερά πανύψηλες, κλειστές, απειλητικές ξύλινες πόρτες.
Περιπλανήθηκε στο λαβύρινθο των διαδρόμων σαν Θησέας, χωρίς μίτο της Αριάδνης.
Γνώρισε την Αριάδνη το ίδιο βράδυ, στο μπαρ της Πατησίων.
Ήταν πρώην μοντέλο, εκπληκτικής ομορφιάς.
Γύρω στα σαράντα, μαλλιά αλά γκαρσόν και δαχτυλίδια στα φίδια δάχτυλα.
Τη συνόδευε ο Δαίδαλος, ένας ηλικιωμένος, αλκοολικός γιατρός, με παπιγιόν, τουίντ κοστούμι και σουέντ γιλέκο. Ψιλοπαραπατούσε και ρετάριζε με ένα ποτήρι Φέιμους Γκράους να κουδουνίζει τα παγάκια στο χέρι.
<<...χαμαί 'πεσέ Δαίδαλος αὐλᾷ... Χα χα χα χα χα!... Χα χα χα χα χα!...>>
Η Αριάδνη κοίταξε τον Άιζαακ απροκάλυπτα στα μάτια, καθισμένη στο διπλανό σκαμπό της μπάρας, πίσω από το λευκό ντράι Μαρτίνι της με την πράσινη ελίτσα.
Τα μάτια της ήταν καταπράσινα, σαν ελίτσες μέσα σε ντράι Μαρτίνι. <<...ξέρετε, οι γυναίκες προτιμούν τα λευκά ποτά, σε αντίθεση με τους άντρες, που προτιμούν τα έγχρωμα...>> του είπε σκύβοντας να πάρει τη φωτιά από τον Ρόνσον του.
<<...δεν το είχα σκεφτεί...>> της χαμογέλασε πίνοντας μια γουλιά έγχρωμο Τζέι εντ Μπι.
<<...ας κάνουμε ένα μίνι γκάλοπ· κοιτάξτε γύρω σας· τι βλέπετε;...>> Πράγματι, οι άντρες έπιναν ουίσκι ή μπίρα, ενώ οοι γυναίκες βότκα, τζιν φις και μαρτίνι.
<<...ε, λοιπόν, σαν να 'χετε δίκιο...>> ακούμπησε το γόνατό του στο δικό της.
Ο γιατρός Δαίδαλος δίπλα τους αγόρευε ψελλίζοντας και χειρονομώντας μεθυσμένα στους δίδυμους μπάρμεν, που τον άκουγαν με προσποιητό ενδιαφέρον πίσω από τα επαγγελματικά τους χαμόγελα, καθώς γυάλιζαν τα ποτήρια παρατηρώντας ττα μετά προσεκτικά στο φως, μήπως τους ξέφυγε κάνα χνουδάκι.
<<...η ουσία, αγαπητέ Λύσανδρε, αγαπητέ Προμαχώνα, βρίσκεται στο πνεύμα, στο πνεύμα του οίνου, βεβαίως! ...οινόπνευμα, η ουσία της ζωής, που προσφέρει μία πυξίδα σε όλους εμάς τους απελπισμένους ναυαγούς της, σ' ένα κατάρτι-σανίδα σωτηρίας γραπωμένοι, πνιγόμαστε στην τρικυμία της ίδιας της ουσίας... δηλαδή, του οινοπνεύματος!... συμφωνείς, Αριάδνη;...>> αλλά η Αριάδνη δεν καθόταν πια στο διπλανό σκαμπό. Είχε ακολουθήσει τον Άιζαακ στη στριφογυριστή σκάλα προς το υπόγειο και του έκανε παθιασμένο έρωτα, καθισμένη πάνω του, ενώ αυτός καθόταν στη λεκάνη της στενής τουαλέτας των γυναικών...
Όταν γύρισαν στην μπάρα, το μεθυσμένο μάτι του γιατρού, πέφτοντας πάνω στον ερεθισμένο από τα φιλιά λαιμό της και στο κόκκινο αποτύπωμα του κραγιόν της στο λευκό γιακά του πουκαμίσου του, εξερράγη σκορπίζοντας αλλόφρονες λάμψεις ζήλιας. Την πήρε κι έφυγαν, ντροπιασμένος και παραπατώντας.
Η Αριάδνη του έγραψε με το κραγιόν τον αριθμό του τηλεφώνου της πάνω σε μια χαρτοπετσέτα: <<666 666-6, Αριάδνη >>.
Μήπως ο μίτος της Αριάδνης είναι, τελικά, το νούμερο του θηρίου;
★
Ο Κένταυρος ψάρευε τα θύματά του στο Dungeon, μια παλιά αποθήκη στο Θησείο, που την είχαν μετετρέψει σε ρέιβ κλαμπ. Είχε ο ίδιος, με τη βοήθεια της Ισμίνας και της Αυγουστίας, εκπονήσει τα σχέδια, μετατρέποντας την παλιά αποθήκη σε μεσαιωνικό υπόγειο φυλακής, με πολλά κελιά.
Αλυσίδες, παράθυρα με μπάρες και ψεύτικες, φωτεινές σελήνες να τρεμοσβήνουν, σωλήνες νέον με άρρωστο φως να στάζει σαν υγρασία από το ταβάνι.
Το εκπληκτικότερο ήταν μέσα σε μια φωτεινή βιτρίνα, πίσω από το μπαρ που καταλάμβανε όλο τον τοίχο: φτιαγμένες από πλαστελίνη, σε ανατριχιαστικά ρεαλιστική αναπαράσταση, οι μινιατούρες νεαρών κοριτσιών, που υποβάλλονταν σε φρικαλέα μεσαιωνικά βασανιστήρια· ένας βράχος με τροχαλία δεμένος ανεβοκατέβαινε λιώνοντας τα δάχτυλα των ποδιών τής μιας σιγά και σταθερά· μια σταγόνα - πλιτς πλατς - άνοιγε τρύπα στο μυαλό μιας άλλης, στάζοντας στο ίδιο πάντα σημείο του ακινητοποιημένου - ανάμεσα σε δυο βελόνες - κεφαλιού της· στο κρεβάτι του προκρούστη ξαπλωμένες, πιο ψηλή η μία, πριόνια της τεμάχιζαν τα πόδια, κι η άλλη πιο κοντή, δεμένη με τριχιά σε δύο βόδια που τραβούσαν αντίθετα, τεντώνονταν και ψήλωνε σαν ματωμένη μαστίχα...
Εκεί, ανάμεσα στο πολύχρωμο, αεικίνητο πλήθος, που αναβόσβηνε με τα λέηζερ και πνιγόταν στους τεχνητούς αφρούς, στις ομίχλες και στους καπνούς από τα τσιγάρα μαριχουάνας και τα μηχανήματα ξηρού πάγου, με την εκκωφαντική τέκνο-άσιντ-τρανς μουσική υπόκρουση, μέσα στην ύπνωση και στην έκσταση τις διάλεγε.
Ο Διάβολος πανταχού παρών στο Dungeon.Ο Κένταυρος τις κερνούσε καραμελίτσες Κουαλάντ.
Άνοιγαν τα γλυκά τους στοματάκια με τις κόκκινες βελούδινες πορτούλες, και το δόλωμα του ψαρά του Διαβόλου κατέβαινε βαθιά στο ροζ βυθό των νεανικών τους σπλάχνων, κρύβοντας καλά το αγκίστρι. Ύστερα, ανήμπορες να αντιδράσουν, τις έπαιρνε αγκαλιά - με τις κόρες των ματιών τους να στριφογυρίζουν σαν πολύχρωμα CD - οδηγώντας τες στη μούρη του Μπέντλεϋ λιμουζίνα, με τα καθίσματα από ανθρώπινο δέρμα, που χάιδευαν τους τρυφερούς, μουδιασμένους τους ποπούς.
Κι αργότερα, στου κτιρίου τα στοιχεία, στα υπόγεια, τις πετούσε στον καυστήρα, άψυχες κούκλες, πορσελάνινες, αφού πρώτα τους είχε αφαιρέσει τα εσωτερικά όργανα κι τους είχε αδειάσει όλο το αίμα, μαζεύοντάς το σε ποτήρια-τουλίπες της σαμπάνιας, τοποθετημένα πυραμιδικά το ένα πάνω από το άλλο, έτσι ώστε αυτό που γέμιζε ξεχείλιζε αίμα και τροφοδοτούσε το από κάτω ποτήρι, και τους είχε τραυματίσει όσο περισσότερο μπόρεσε τις αθώες, παιδικές ψυχούλες, πριν τις παραλάβει ο Θεός αιμορραγούσες.
Οι ψυχές ανήκουν στον Θεό.
Ο Διάβολος μόνο να τις τραυματίσει δύναται...
Σήμερα το βράδυ ο Κένταυρος γύρισε αγκαλιά με μια Εβραιοπούλα από την Ιερουσαλήμ ερχόμενη, τη μικρή Μαρία.
Μαρία, δεκαοχτώ, μαλλιά καρέ, χωρίστρα ζιγκ ζαγκ, μαύρο, ελαστικό φόρεμα, δικτυωτό καλσόν, σοσόνια, άσπρα Αντίντας με φωσφοριζέ, διπλούς πάτους, η Μαρία του μπαρ Το Τείχος των Δακρύων.
Τα σοσόνια λαχανί, γυρισμένα ρεβέρ.
Η Μαρία των μπαρ όλης της Οικουμένης.
Την άφησε ζαλισμένη στον καναπέ να κοιτάζει έξω από το παράθυρο την αλλοπαρμένη, νυχτερινή μουριά, που την έσπρωχνε το λυσσομανητό του ανέμου· κι αυτή, μια ξεκινούσε για να φύγει και μια σταματούσε απότομα, στριτζώνοντας τις ρίζες της.
Και πάλι από την αρχή...
Νόμισε πως κοιτώντας τη μουριά έβλεπε τη μητέρα της ν' αργοπεθαίνει άρρωστη στο κρεβάτι, με τον Χάρο στο ρόλο του αέρα και τις ρίζες να υποδύονται τα ξεφτισμένα δεσμά της με τη ζωή.
Ο ήχος της πάλης του αέρα με το δέντρο ήταν τα τελευταία της λόγια πριν ξεψυχήσει...
<<...κρατήσου μακριά απ' τα στοιχειά, κόρη μου...>>
Μακριά απ' τα μπαρ, Μαρία!
Ο Κένταυρος κατεβαίνοντας στο υπόγειο αντίκρισε τα αποκεφαλισμένα πτώματα των δίδυμων βοηθών του κι ακόμα βαθύτερα τις πολτοποιημένες κολοκύθες, με τις πορτοκαλί σάρκες και τα μακρόστενα σπόρια χυμένα στο πάτωμα.
Η Θεοδώρα, άφαντη.
Θα την πρόσφερε μαζί με τη μικρή Μαρία, διπλή σπονδή στον Διάβολο!
Κι όπως άρχισε να έρπει σαν στοιχειό μέσα στου κτιρίου τα στοιχεία, μύρισε στον πνιγηρό αέρα το ξεχασμένο άρωμα του Ολύμπου...
★
Ο Άιζαακ ξύπνησε με το κεφάλι καζάνι.
Έριξε νερό στο πρόσωπό του και με την πετσέτα στον ώμο άναψε ένα Κάμελ, σχηματίζοντας στο καντράν του τηλεφώνου τον αριθμό 666 666-6. Η σέξι μπάσα φωνή της Αριάδνης από την άλλη άκρη του σύρματος σαν να τον περίμενε.
<<...καλημέρα, Ισαάκ!...>> του είπε ναζιάρικα. <<...ψάχνεις για το μίτο μου, έτσι δεν είναι;...>>
<<...διαβάζεις το μυαλό μου;... Ποια είσαι, ποιος σ' έστειλε πίσω μου, τι θες από μένα;...>> φρίκαρε ο Άιζαακ.
Έκλεισαν ραντεβού και συναντήθηκαν σε ένα καταθλιπτιό καφέ-ο-λε ταγέρ και γούνινο, αλεπουδίσιο γιακά.
Βελουδένιο καπέλο, με βέλο.
Τα μάτια της εκτόξευσαν βέλη.
Έριξε νερό στο πρόσωπό του και με την πετσέτα στον ώμο άναψε ένα Κάμελ, σχηματίζοντας στο καντράν του τηλεφώνου τον αριθμό 666 666-6. Η σέξι μπάσα φωνή της Αριάδνης από την άλλη άκρη του σύρματος σαν να τον περίμενε.
<<...καλημέρα, Ισαάκ!...>> του είπε ναζιάρικα. <<...ψάχνεις για το μίτο μου, έτσι δεν είναι;...>>
<<...διαβάζεις το μυαλό μου;... Ποια είσαι, ποιος σ' έστειλε πίσω μου, τι θες από μένα;...>> φρίκαρε ο Άιζαακ.
Έκλεισαν ραντεβού και συναντήθηκαν σε ένα καταθλιπτιό καφέ-ο-λε ταγέρ και γούνινο, αλεπουδίσιο γιακά.
Βελουδένιο καπέλο, με βέλο.
Τα μάτια της εκτόξευσαν βέλη.
Τα ένιωσε σαν τσιμπήματα από καρφίτσες σε όλο το σώμα του.
<<...θέλεις να δουλέψεις για μας;...>> του έγνεψε με τα ξυράφια νύχια της.
<<...και ποιοι είστε εσείς, λοιπόν, που τολμάτε να μου προτείνετε το θεό μου να προδώσω;...>>
<<...εμείς... είμαστε το αντίπαλον δέος, μην εξάπτεσαι, γλυκέ μου, άφησέ με να σου εξηγήσω, το καλό σου θέλουμε, μην τρελαίνεσαι...>>
<<...τι θα πει "το καλό μου θέλετε", τι εννοείς;... ποιος θέλει το κακό μου;... τι υπαινίσσεσαι, τελικά;...>>
<<...δεν υπαινίσσομαι, σ' το λέω ξεκάθαρα: ο θεός σου σε πούλησε!... δε νιώθεις την ανάσα του δολοφόνου σου που πίσω σου ξαμόλησε να σου παγώνει το σβέρκο;... περιμένει πρώτα να εκτελέσεις την αποστολή σου και μετά θα σου φυτέψει μια σφαίρα στο μέτωπο, φυτεύοντάς σε για πάντα στο αττικό χώμα... πίστεψέ με, Ισαάκ!...>>
<<...δε σε πιστεύω!... ήρθες να σπείρεις καινά δαιμόνια, παλιοθήλυκο!... δουλεύω για τον ίδιο θεό απ' όταν γεννήθηκα, πάντα με επιτυχία και αφοσίωση, γιατί να με βγάλει από τη μέση;... του είμαι χρήσιμος και, πάνω απ' όλα, με αγαπάει!...>>
<<...ηρέμησε, μωρό μου, και κοίταξε με τρόπο πίσω σου...>> του είπε, χαϊδεύοντάς του το χέρι· <<...ο εκτελεστής σου κάθεται δυο τραπεζάκια πιο κει, πίνοντας τσάι-γιασεμί, με ανασηκωμένο αριστοκρατικά το μικρό δαχτυλάκι... κοίταξε και θα δεις με τα μάτια σου τη ζωντανή απόδειξη όσων σου είπα...>>
Ο Άιζαακ γύρισε με τρόπο και είδε την όμορφη Ερινύα Τύψη - ίδια Λιζ Τέυλορ - την Παλαιστίνια εκτελέστρια του εβραίου θεού, με τα δολοφονικά αμυγδαλωτά μάτια να πίνει τσάι-γιασεμί με βουτήματα αμυγδάλου.
Ο κύκνειος λαιμός της ντυμένος με μοχέρ ζιβάγκο.
Ανακάτευε με το κουταλάκι το τσάι, σαν να στριφογύριζε το μύλο του εξάσφαιρου, ασημένιου Μάγκνουμ Πάιθον, που είχε κουλουιασμένο μέσα στην Ντόλτσε & Γκαμπάνα τσάντα της.
Μια καμπάνα χτύπησε ντιν-νταν στο μυαλό του Άιζαακ.
Την είχε υποσυνείδητα παρατηρήσει να τον ακολουθεί στις αποστολές του: εμφανιζόταν σαν όνειρο, φευγαλέα, και με το τέλος της αποστολής, εξαφανιζόταν σν να την είχε καταπιεί το Υπερπέραν, ενώ αυτομάτως ξεχνούσε την ντεζά-βι παρουσια της.
<<...τώρα με πιστεύεις, δεν είναι έτσι, γλυκέ μου Ισαάκ;... ξέρεις πολλά, είσαι πια επικίνδυνος... όλοι τους, θεοί και δαίμονες, σε κυνηγούν, δε νιώθεις τις ανάσες τους;... είσαι ένα καμένο, επικίνδυνο χαρτί για όλους, δεν το βλέπεις;... έλα σε μας, Ισαάκ...>>.
★
Ο Άγγελος είχε κρυφτεί στο ερειπωμένο σπίτι του Κολωνού, μαζί με τη Θεοδώρα του.
Η Θεοδώρα, σοκαρισμένη από όσα έζησε κυνηγημένη μέσα στα στοιχειά του, είχε αποκάμει μέσα στη φτερούγα αγκαλιά του Άγγελου.
Προσπαθούσε να μη σκέφτεται την ανείπωτη κακία, λάγνο μέικ απ στα χλωμά πρόσωπα της Ισμίνας και της Αυγουστίας, που την οδήγησαν βίαια στα σωθικά του κτιρίου.
Προσπάθησε να ξεφύγει.
Άλλοτε έρποντας, άλλοτε κολυμπώντας, άλλοτε τράχοντας, άλλοτε πετώντας, προσπαθούσε να δραπετεύσει από τις ανείπωτες, αλλοπρόσαλλες σκέψεις που της έβαζαν μέσα στο μυαλό οι δίδυμες ιέρειες, με μεταφυσικό, σατανικό τρόπο - σαν να ήταν ιοί κεραυνοβόλου επωάσεως και εκδηλώσεως, που διαστρέβλωσαν όλες τις συντεταγμένες της προσωπικότητας και της ψυχής της.
Ένιωσε εξευτελισμό και ταπείνωση με τις δίδυμες αναπνοές - διχαλωτές λώσσες δίδυμων φιδιών, που κατάκαιγαν το δέρμα της ψυχής της όπου το έγλειφαν.
Αμέτρητες κατσαρίδες αισθήσεις την έζωσαν, πέφτοντας από ψηλά, σαν αηδιαστικός χαρτοπόλεμος.
Τρέχοντας μέσα στην υγρασία φρίκη, σκόνταψε στη ρίζα ενός ευκάλυπτου, που 'χε βγει σαν ζόμπι από το χώμα, κουτρουβαλώντας το απροσμέτρητο, πράσινο, αφρισμένο, ύψος ενός καταρράκτη, δακρυσμένο βλέμμα που πήγαζε από τα ξεριζωμένα μάτια αμέτρητων αθώων κοριτσιών, θυσιασμένων πριν από αυτήν.
Βούλιαξε σε μια δίνη από πλατανόφυλλα, σαν παλάμες, που άρχισαν να σφίγγνται περιστροφικά γύρω από το μυαλό της, μελανιάζοντάς το.
Κρύωνε κι έκανε εμετό, όπως πισθάγκωνα δεμένη σε καρέκλα από ανθρώπινα οστά φτιαγμένη και τη γλώσσα βγαλμένη, ένιωσε δυο δίδυμες βελονιές να της βγάζουν ταυτόχρονα τα μάτια.
Και νόμισε πως τα είδε - ας μην τα είχε πια - να κυλούν σαν στρογγυλά πασχαλινά αυγά, ζωγραφισμένα με τις κόρες, τις καφεπράσινες ίριδες, τις κόκκινες φλεβίτσες, περνώντας από τα χέρια των Υπηρετριών στα πλοκάμια χέρια του Σατανά Αφέντη, που λικνιζόμενα ξεφύτρωναν από έξι σημεία του πνιγηρού τοίχου.
Με σκουριασμένα τα κάρφωσαν καρφιά - μικροσκοπικά καδράκια, με όλη τη φρίκη και την απόγνωση ζωγραφισμένη στο βλέμμα τους.
Λίγο πριν η απορημένη της ψυχή εγκαταλείψει φτερουγίζοντας το πληγωμένο σαρκίο της, ένιωσε τις φτερούγες ενός αγγέλου να την αγκαλιάζουν καθησυχαστικά.
Τον εμπιστεύτηκε και τον ερωτεύτηκε.
<<...τώρα στη φτερωτή του αγκαλιά με κρατάει και θα πάω όπου θέλει να με πάει... ας είναι, θεέ μου, σαν Εσένα καλός κι ας είναι δούλος Σου πιστός...>>
Ο Άγγελος κι η Θεοδώρα βρήκαν υπό τη σκέπη του Θεού του αληθινού, του ενός και μοναδικού, ζεστασιά κι αγάπη.
Ο Άγγελος απαρνήθηκε τους Δώδεκα θεούς του Ολύμπου κι έγινε δούλος πιστός του Ενός, με το θείο δώρον της Θεοδώρας κουρνιασμένο κάτω από τις φτερούγες του.
Κι ένα σύννεφο, από μαλλί της γριάς πλασμένο, στον ουρανό ενός λούνα παρκ αγκυροβολημένο, ήταν γι' αυτούς το θεϊκό καταφύγιο που πρόσφερε στις ψυχές τους την αιώνια γαλήνη του απόλυτου, πλατωνικού τους έρωτα.
Κι ο Παρθενώνας, στη γειτονιά του λούνα παρκ, ήταν ο γιγαντιαίος, μαρμάρινος, κυβικός τροχός του, που στριφογύριζε μαζί με τη Γη αιώνες αιώνων μέσα στον αχανή Ουρανό...
★
Πίσω στο Καφέ Μαντείο.
Ο Ισαάκ άδειασε το Λούγκερ πάνω στην Ερινύα Τύψη και βγήκε με αργό, επαγγελματικό βήμα στην Πανεπιστημίου.
Η Αριάδνη τον περίμενε με αναμμένη τη μηχανή της ασημί της Πόρσε - μοντέλο του '66, που είχε χαλασμένο το ένα φανάρι.
Κατηφόρισαν ρολάροντας την Πανεπιστημίου στρίβοντας δεξιά την Τρικούπη προς τα Εξάρχεια.
Έκαναν το γύρο της πλατείας που ήταν γεμάτη κόσμο.
Ο εβραίος θεός τους παρακολουθούσε με το μάτι του στο ασπρόμαυρο μόνιτορ να κατευθύνονται προς το κτίριο του Κένταυρου,
Πάρκαραν την ασημί, μονόφθαλμη Πόρσε μπροστά στο ναό του Αγίου Βασιλείου, απέναντι από το κτίριο.
Ο Άιζαακ γύρισε να μιλήσει στην Αριάδνη.
Εκείνη όμως είχε εξαφανιστεί, αφήνοντας στη θέση του οδηγού ένα κουβάρι μάλλινης κλωστής, που ελισσόταν σαν φίδι από το παράθυρο και ξετυλιγόταν έρποντας προς το κτίριο.
Ανατρίχιασε κοιτάζοντας το σκοτεινό του όγκο.
Μόνον ένα φως ήταν αναμμένο, σαν μάτι, στο δεύτερο όροφο.
Μονόφθαλμο κτίριο...
Πήρε το μίτο της Αριάδνης στα χέρια και, τυλίγοντας τη μαύρη κλωστή, κατευθύνθηκε προς το κτίριο.
Η κεντρική του πόρτα μισάνοιχτη, σαν να τον περίμενε.
Χάιδεψε το Λούγκερ στην τσέπη του, μπαίνοντας μέσα.
Στις δύο πόρτες, εκατέρωθεν του διαδρόμου του ισογείου, δύο στρογγυλά παράθυρα με μεταλλικά κάγκελα σχημάτιζαν περίτεχνα δύο πεταλούδες. Αν τις κοίταζες με μισόκλειστα μάτια, έβλεπες δυο σκίτσα του ίδιου του Σατανά, με κέρατα τις κεραίες τους και αυτιά τα φτερά τους.
Το κουβάρι ξετυλιγόταν προς το υπόγειο.
Κατεβαίνοντας τις μαρμάρινες, σκοτεινές σκάλες, σκόνταψε πάνω σε κάτι σαν σώμα.
Άναψε τον Πόνσον και είδε το άψυχο κουφάρι του γιατρού Δαίδαλου ξαπλωμένο μέσα σε μια λίμνη αίματος.
<<...εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαί 'πεσέ Δαίδαλος αὐλᾷ...>
Τα μάτια του ορθάνοιχτα, γυάλινα, το αίμα του μύριζε ουίσκι.
Τον δρασκέλισε, κατεβαίνοντας.
Έφτασε σε μια υπόγεια εσωτερική αυλή, με έξι διαφορετικές στοές να ξεκινούν από αυτή.
Ο μίτος της Αριάδνης ξετυλιγόταν στην τρίτη από αριστερά.
Ήταν θεοσκότεινη, αλλά μόλις μπήκε μέσα της, πυρσοί άναψαν στους τοίχους και είδε το βάθος της να ελίσσεται προς τα έγκατα της Γης. Προχωρώντας, διαπίστωσε πως οι πυρσοί έσβηναν πίσω του, ενώ η ίδια η στοά χωριζόταν σε πλήθος άλλων. Σαν πλοκάμια χταποδιού.
Δεν υπήρχε γυρισμός, έπρεπε να προχωρήσει.
Άκουγε ακαταλαβίστικους ψιθύρους, σιχαμένες μυρωδιές πλημμύριζαν τα ρουθούνια του, ενώ στιγμιαίες επαφές με αόρατα όντα έκαναν το δέρμα του να τσούζει.
Ένα επαναλαμβανόμενο, κλειστοφοβικό τραγούδι ψυχαναγκαστικά μέσα στο μυαλό του, χωρίς να είναι απόλυτα σίγουρος αν το δημιουργούσε ο ίδιος ή αν κάποιος του το επέβαλλε.
Ένιωθε τα ιδρωμένα του πόδια να κολυμπούν σε στυλ πεταλούδα μέσα στα καστόρινα, κρεπ παπούτσια του.
Ξέσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του και κοντοστάθηκε για να ανάψει τσιγάρο.
Ούτε ένα!
Ξέμεινε...
<<...οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην...>>Έψαξε για τσίχλα - το στόμα του ξερό, σαν να 'ταν γεμάτο τρίχες τράγου. Του 'χαν τελειώσει κι οι τσίχλες.
<<...ἀπέσβετω και λάλον ὓδωρ...>>
Έφτασε παρανοημένος στο τέλος της στοάς, μπροστά σε μια κλειστή ξύλινη θύρα με ρόπτρο νεκροκεφαλή.
Η κλωστή του μίτου τρύπωνε μέσα της από μια χαραμάδα.
Πριν κρούσει τη θύρα, γύρισε και κοίταξε πίσω του: όλοι οι πυρσοί είχαν σβήσει και η μοναδική πηγή φωτός ήταν η ίδια η πόρτα, που άρχισε ξαφνικά να φεγγοβολά, σαν να ΄ταν κατασκευασμένη από υδάτινους, διαφανείς σωλήνες νέον.
Η κλωστή του μίτου τρύπωνε μέσα της από μια χαραμάδα.
Πριν κρούσει τη θύρα, γύρισε και κοίταξε πίσω του: όλοι οι πυρσοί είχαν σβήσει και η μοναδική πηγή φωτός ήταν η ίδια η πόρτα, που άρχισε ξαφνικά να φεγγοβολά, σαν να ΄ταν κατασκευασμένη από υδάτινους, διαφανείς σωλήνες νέον.
★
Η μικρή Μαρία των μπαρ όλης της Οικουμένης γυμνή, σ' έναν ξύλινο, ανάποδο σταυρό εσταυρωμένη, παρακολουθούσε την ψυχούλα της - λευκό ρόδο - να φτερουγίζει τρομοκρατημένη γύρω γύρω, καταδιωκόμενη από τα μαύρα, φτερωτά στοιχειά του κτιρίου. Είχε γείρει το κεφάλι και η ζιγκ-ζαγκ χωρίστρα της ήταν παράλληλη με τη γραμμή του αίματός της που κυλούσε ζιγκ ζαγκ πάνω στο ξύλο του σταυρού του μαρτυρίου της.
Ένας του ξύλινου σταυρού ρόζος, μπουκωμένος αίμα, ντράπηκε που έπινε και έπινε φουσκώνοντας, ανήμπορος να αντιδράσει...
Κι ο Κένταυρος με κορμί ανθρώπου και πόδια τράγου, προετοιμαζόταν με κλειστά μάτια και προσευχές χωρίς φωήεντα να την αποτελειώσει.
<<...πτ τ Βσλ, χμ πσ Δδλς βλ... κτ Φβς χ κλβν, μντδ δφνν, πγν λλσν... πσβτ κ λλν δρ... πτ τ Βσλ, χμ πσ Δδλς βλ... κτ Φβς χ κλβν, μντδ δφνν, πγν λλσν... πσβτ κ λλν δρ... πτ τ Βσλ, χμ πσ Δδλς βλ... κτ Φβς χ κλβν, μντδ δφνν, πγν λλσν... πσβτ κ λλν δρ...>>
Άκουσε το ρόπτρο τη θύρα να κρούει.
Την είδε να γκρεμίζεται από την πνοή του αληθινού Θεού, κι ο Ισαάκ εισέβαλε στο άντρο του με το Λούγκερ στο χέρι να φτύνει λάβρα και μολύβι...
Λίγο πριν, ο Ισαάκ είχε μια τρομακτική, μεταφυσική εμπειρία: όπως κοιτούσετη θύρα του υπογείου με υδάτινο νέον φως να φωτίζει, ήρθε στο μυαλό του ολοζώντανη η Ερινύα Τύψη, μεταμορφωμένη σε τύψεις! Ντυμένη στα μαύρα, με μαλλιά λυμένα, μάτια κλαμένα... ήρθε σαν πνοή ενός αληθινού, ενός μοναδικού Θεού, κρυμμένου πίσω από τα σύννεφα του υπογείου... ήρθε σαν επίγεια κρίση και τον συγκλόνισε συθέμελα, σαν σεισμός και καταποντισμός... Όλες οι ζωές που αφαίρεσε υπηρετώντας τον εβραίο θεό παρήλασαν μπροστά στα μάτια του με σπασμένα κεφάλια, κομμένους λαιμούς, πυροβολημένα πρόσωπα, άψυχες με το στρατιωτικό βηματισμό του αίματος... πλιτς! πλατς! πλιτς! πλατς!... και σαν να διέκρινε έναν πράο γεροντάκο, με μακριά λευκή γενειάδα και καλοσυνάτο βλέμμα από μάτια που έκρυβαν όλα α χρώματα μέσα τους... τον ευλόγησε με μια χειρονομία φτιαγμένη από ομίχλη, που προβαλλόταν πάνω στον ουρανό του υπογείου... το σφυρί κατέβηκε με δύναμη στο μετανιωμένο του κεφάλι και η Θεία Φώτιση φύτρωσε σαν καρούμπαλο πάνω στο σγουρό γρασίδι των μαλλιών του κι αναπτύχθηκε ιλιγγιωδώς, δένδρον εκ της σαρκός του...
Άδειασε το όπλο του πάνω στο τέρας, νιώθοντας στον ώμο το πατρικό χάδι του γερο-Θεούλη, που ψιθύριζε μειλίχια στην ψυχή του.
<<Ουκ έσονται σοι θεοί έτεροι, πλην Εμού! Εγώ ειμί ο Θεός, ο Ένας και Μοναδικός!...>>Ο Κένταυρος λαβωμένος γονάτισε κι ο Θεός έβαλε στο χέρι του Ισαάκ ένα μακρύ κοντάρι από Αγία Φωτιά σφυρηλατημένο.
Του τρύπησε πέρα ως πέρα την καρδιά, σαν του Δράκουλα...
Τότε ο Κένταυρος άφρισε όλη του τη μαύρη ψυχή μαζί με το ανατριχιαστικό, εξωανθρώπινο ουρλιαχτό του, φτύνοντάς την ολόγυρα από το άτιμο στόμα του.
Η βρώμα που ανεδύθη ήραν αβάσταχτη, κι οι κατσαρίδες αηδιασμένες πέταξαν από την ανοιχτή θύρα προς τη σκοτεινή στοά και εξαφανίστηκαν για πάντα μέσα στο λαβύρινθο των κούφιων στοιχείων του κτιρίου.
*«Πείτε στον βασιλιά, ότι το μεγαλόπρεπο μέγαρο έπεσε στο έδαφος. Ο Φοίβος δεν έχει πια κατοικία,ούτε δάφνη μαντική, ούτε πηγή ομιλούσα. Και το νερό που μιλούσε έχει στερέψει κι αυτό.»
